Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

Μικρές Ιστορίες 6: Τα επεισοδιακά Ραγκουτσάρια του 1931


Στιγμιότυπο από μεταπολεμικό εορτασμό
των Ραγκουτσαριών στην πλατεία Ομονοίας.
      Οι ημέρες του Δωδεκαημέρου εορτάζονται πάντα με ιδιαίτερη λαμπρότητα στην πόλη και την περιοχή της Καστοριάς. Οι εορτασμοί ξεκινούν από τα «κόλιεντα»[1] την προπαραμονή των Χριστουγέννων και κορυφώνονται τις ημέρες των Θεοφανίων και του Προδρόμου με το παραδοσιακό καρναβάλι της πόλης, τα ονομαστά Ραγκουτσάρια[2]. Παλαιότερα, υπήρχε και πρωτοχρονιάτικο καρναβάλι στην Καστοριά, που όμως ατόνησε και έπαψε να εορτάζεται ήδη από τη δεκαετία του 1920.
                Τα Χριστούγεννα του 1930 ήταν διαφορετικά για τους πολίτες της Καστοριάς, καθώς την παραμονή ηλεκτροφωτίστηκε για πρώτη φορά η πόλη από τη γερμανική εταιρεία «Ελίν»[3]. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη επιρροή στους κατοίκους, που γιόρτασαν για πρώτη φορά σε φωτισμένους τους δρόμους. Το κλίμα που επικρατούσε ήταν ιδιαίτερα εορταστικό και οι τριήμεροι εορτασμοί των Ραγκουτσαριών προμηνύονταν λαμπροί. Όμως, η ατυχής επέμβαση ενός εισαγγελέα μετέβαλε το κλίμα και προκάλεσε την οργή των πολιτών στα πιο επεισοδιακά Ραγκουτσάρια της σύγχρονης ιστορίας.

Τίτλος άρθρου σχετικού με το συμβάν στην εφημερίδα Καστορία.

               
Το ιστορικό καφενείο «Αίγλη»
στο Τσαρσί (Πάνω Αγορά).
Κατά την δεύτερη ημέρα των Ραγκουτσαριών του 1931, την 7η Ιανουαρίου και ημέρα Τετάρτη, είχαν συγκεντρωθεί δύο καρναβαλικοί «όμιλοι»[4] στο καφενείο «Αίγλη». Η «Αίγλη» και το «Βυζάντιον» ήταν δυο ονομαστά καφενεία στην κεντρική οδό του Τσαρσιού, στη σημερινή πλατεία Ομονοίας, όπου γίνονταν μεγάλα γλέντια τις ημέρες των παραδοσιακών καρναβαλιών. Στις 8 περίπου το βράδυ και ενώ το κέφι κορυφώνονταν, έγινε μια παρεξήγηση μεταξύ ατόμων των δύο ομάδων, που έληξε σύντομα χωρίς να δοθεί περαιτέρω συνέχεια στο συμβάν, σύμφωνα πάντα με την εφημερίδα της εποχής. Όμως, στο σημείο κατέφθασε άμεσα ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Καστοριάς, από τα δικαστήρια που βρισκόταν τότε στην πλατεία Ομονοίας[5]. Το ανακριτικό και άκαιρο ύφος του εισαγγελέα, που φαίνεται να έδειξε υπερβάλλοντα ζήλο, εξόργισε κάποιον μεταμφιεσμένο που τον χτύπησε και χάθηκε ανάμεσα στο πλήθος. Άμεσα, εκείνος συγκέντρωσε δυνάμεις της χωροφυλακής και διέταξε τον επικεφαλής μοίραρχο να σφραγίσει τα καφενεία και να σταματήσουν οι εορτασμοί από τη 10η νυχτερινή ώρα. Παράλληλα, διέταξε να συλληφθούν αυτόφωρα τέσσερις επιφανείς πολίτες που φαίνεται να μην είχαν σχέση με τα συμβάντα, σύμφωνα με ισχυρισμούς των ίδιων των χωροφυλάκων.
               
Ο παλιός Σταθμός Χωροφυλακής
Καστοριάς στην οδό Μητροπόλεως,
που παρολίγον να γίνει πραγματικό πεδίο
μάχης στα Ραγκουτσάρια του 1931.
Το πρωί της 8ης Ιανουρίου, η πόλη βρισκόταν σε γενικό αναβρασμό. Μια επιτροπή πολιτών μετέβη στον δήμαρχο Γεώργιο Ωρολογόπουλο για να μεσολαβήσει να αφεθούν ελεύθεροι οι τέσσερις συλληφθέντες. Ο δήμαρχος απευθύνθηκε στον εισαγγελέα, όμως εκείνος τον έδιωξε με περιφρονητικό τρόπο και κάλεσε χωροφύλακες για τη φρούρησή του. Το συμβάν έγινε γνωστό στην πόλη και ένα πλήθος 800 περίπου ατόμων με επικεφαλείς τέσσερις δικηγόρους της πόλης μετέβησαν αρχικά στην οικία του βουλευτή Ιωάννη Βαλαλά[6] και έπειτα στον σταθμό χωροφυλακής που βρισκόταν στη σημερινή οδό Μητροπόλεως[7]. Στο πλήθος συμμετείχαν από κοινού βενιζελικοί και αντιβενιζελικοί, πράγμα πρωτοφανές για τα δεδομένα της εποχής. Οι δύο βουλευτές Βαλαλάς και Ζάχος, ο γερουσιαστής Χρηστίδης και ο πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου Παπαδίσκος απέστειλαν από κοινού τηλεγραφική καταγγελία στον Υπουργό Δικαιοσύνης Νικόλαο Αβραάμ και τον Γενικό Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης Γαρέζο για τη  συμπεριφορά του Εισαγγελέα Καστοριάς. Εν τω μεταξύ το εξαγριωμένο πλήθος που είχε συγκεντρωθεί έξω από τη χωροφυλακή απαιτούσε την απελευθέρωση των συλληφθέντων. Η κατάσταση έδειχνε να ξεφεύγει από κάθε έλεγχο όταν ο μοίραρχος διέταξε τους χωροφύλακες να γεμίσουν τα όπλα τους και να λάβουν θέσεις άμυνας μέσα στο τμήμα χωροφυλακής, έτοιμοι για κάθε ενδεχόμενο. Ευτυχώς η παρ’ ολίγον αιματοχυσία αποφεύχθηκε με άμεση παρέμβαση του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης και απελευθέρωση των τεσσάρων μετά από σύντομη ανάκριση. Τα συμβάντα γνωστοποιήθηκαν στο πανελλήνιο με τηλεγραφήματα στις μεγάλες εφημερίδες της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης[8]. Ο Έπαρχος Καστοριάς Δημητριάδης κατήγγειλε τα γεγονότα στο Υπουργείο Εσωτερικών και τον Γενικό Διοικητή Δυτικής Μακεδονίας Γονατά. Την επομένη το Δημοτικό Συμβούλιο Καστοριάς συνεδρίασε και αποφάσισε παμψηφεί να κοινοποιήσει ψήφισμα διαμαρτυρίας σε κάθε αρμόδια αρχή για την απαράδεκτη και αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά των δύο πρωταγωνιστών των γεγονότων[9]. Κατόπιν τούτων, ο εισαγγελέας έστειλε ανακοίνωση στην τοπική εφημερίδα, όπου διέψευσε τις κατηγορίες που του αποδόθηκαν και ότι τήρησε νόμιμες ενέργειες[10].
               
Το 1931 Δήμαρχος Καστοριάς ήταν ο Γεώργιος Ωρολογόπουλος, βουλευτές οι Ιωάννης Βαλαλάς και Ιωάννης Ζάχος και γερουσιαστής ο Παντελής Χρηστίδης.


Το ψήφισμα διαμαρτυρίας που απέστειλαν
από κοινού οι Καστοριανοί αξιωματούχοι
στον Υπουργό Δικαιοσύνης
            Τα συμβάντα των Ραγκουτσαριών είχαν και συνέχεια τις επόμενες εβδομάδες. Ο εισαγγελέας, με εμφανώς πληγωμένο το γόητρό του, κοινοποίησε κλήσεις σε 45 Καστοριανούς πολίτες να εμφανιστούν στο Πταισματοδικείο Καστοριάς για διατάρραξη της κοινής ησυχίας. Επίσης, κατέθεσε μήνυση εναντίον του δημάρχου και μελών του δημοτικού συμβουλίου για εξύβριση, όπως και εναντίον της τοπικής εφημερίδας Καστορία και των τεσσάρων δικηγόρων για υποκίνηση των εξεγέρσεων του πλήθους[11]. Την 5η Φεβρουρίου δικάστηκαν τελικά 32 πολίτες στο κατάμεστο Πταισματοδικείο Καστοριάς εκ των οποίων κρίθηκαν όλοι αθώοι, πλην τριών που τους επεβλήθη πρόστιμο 100 δρχ. έκαστος[12]. Οι ανακρίσεις των μελών του δημοτικού συμβουλίου συνεχίστηκαν από τον διοικητή χωροφυλακής του Νομού Φλωρίνης Πετράκη και έλαβε γνώση των δικογραφιών το Εφετείο Θεσσαλονίκης. Τους επόμενους μήνες ακολούθησαν δίκες και επεβλήθησαν μικρά χρηματικά πρόστιμα. Το ζήτημα έληξε με απόφαση του υπουργού δικαιοσύνης, που μετέθετε τον εισαγγελέα από τη θέση του στην Εισαγγελία Καλαβρύτων[13].
                Τα Καστοριανά Ραγκουτσάρια αποτελούν έναν πατροπαράδοτο θεσμό για τον οποίο έχουμε πληροφορίες τουλάχιστον από τα τέλη της Τουρκοκρατίας. Αποτελούσε και αποτελεί το κορυφαίο πολιτιστικό γεγονός της πόλης μέχρι τις μέρες μας, που σεβάστηκαν και οι Οθωμανοί άρχοντές της. Το γεγονός ότι κάποιος αξιωματούχος ματαίωσε τους εορτασμούς και διασάλευσε το πανηγυρικό κλίμα, θεωρήθηκε αίτιο εξέγερσης. Τα επεισοδιακά Ραγκουτσάρια του 1931 το απέδειξαν δίχως καμία αμφιβολία.





[1] Τα παραδοσιακά κάλαντα της Καστοριάς ονομάζονται «κόλιεντα» και τραγουδιούνται το χάραμα της 23ης Δεκεμβρίου από ομάδες πολιτών και συλλόγων στους δρόμους της πόλης με συνοδεία μουσικών οργάνων, φαναριών και μασιαλάδων.
[2] Ραγκουτσάρια ονομάζεται το παραδοσιακό καρναβάλι της Καστοριάς, που εορτάζεται κατά το τριήμερο 6-8 Ιανουαρίου κάθε έτος. Παρουσιάζει αρχαιοελληνικά και ρωμαϊκά βακχικά κατάλοιπα, σε αντίθεση με το καρναβάλι των Αποκριών που διοργανώνεται σε άλλες περιοχές. Για το θέμα της προέλευσης της ονομασίας τους υπάρχουν διχογνωμίες. Η επικρατέστερη άποψη αναφέρει πως προέρχεται από το λατινικό ρήμα rogo = ζητώ και το παράγωγό του rogator(es) = ζητιάνος(οι).
[3] Για το θέμα του ηλεκτροφωτισμού βλ. Καστορία, φ. 114 (26.4.1925), φ. 194 (14.11.1926), φ. 221 (29.5.1927), φ. 362 (23.2.1930), φ. 374 (18.5.1930), φ. 390 (7.9.1930), φ. 406 (11.1.1931). Επίσης στο: Ρ. Αλβανός / Β. Κωστόπουλος, «Πολιτικό σύστημα και δημόσια έργα: Πρακτικές εκσυγχρονισμού και κρατικές στρατηγικές κατά το Μεσοπόλεμο στην Επαρχία Καστοριάς» στο: Χ. Καρανάσιος / Κ. Ντίνας / Δ. Μυλωνάς (επιμ.), Η Δυτική Μακεδονία στους Νεότερους Χρόνους, Πρακτικά Α’ Συνεδρίου Ιστορίας Δυτικής Μακεδονίας, Γρεβενά 2-5 Οκτωβρίου 2014, Εταιρεία Δυτικομακεδονικών Μελετών - Επιστημονικές Εκδόσεις 1, Γρεβενά 2016, σ. 848
[4]  Η λέξη «όμιλοι» αναφέρεται από την εφημερίδα Καστορία. Προφανώς επρόκειτο για δύο «μπουλούκια», δηλαδή οργανωμένες ομάδες καρναβαλιστών.
[5]  Το παλιό δικαστικό μέγαρο Καστοριάς στεγαζόταν κατά τον Μεσοπόλεμο σε λαμπρό εβραϊκό κτίσμα της πλατείας Ομονοίας, την οικία Τσίνο Αλμπάλα στο σημείο όπου βρίσκεται σήμερα το κτίριο του ΜΦ Συλλόγου «Αρμονία». Το κτίριο πυρπολήθηκε στις 4 Νοεμβρίου 1943 από άνδρες του ΕΛΑΣ. Βλ. σχετ. Π. Τσολάκης, Καστοριά, τόπος και ιστορία, Grafo ΑΕ, Θεσ/νίκη, 2015, σ. 228-239
[6] Το αρχοντικό του Βαλαλά διατηρείται μέχρι σήμερα σε κακή κατάσταση στην οδό 15ης Μεραρχίας κάτω από τη Λέσχη Αξιωματικών Καστοριάς. Υπήρχε ακόμη ένα δίδυμο κτίριο που ανήκαν αμφότερα στον Καστοριανό Κιαζήμ Μπέη και συνδέονταν με ξύλινη γέφυρα (διαβατικό). Μετά την ανταλλαγή πληθυσμών αγοράστηκαν από την οικογένεια Βαλαλά και το ένα από τα δύο στέγασε το Γυμνάσιο Θηλέων της πόλης. Την 25η Μαρτίου 1944 συγκεντρώθηκαν στο σωζόμενο σήμερα κτίριο το σύνολο των Εβραίων της πόλης πριν τον εκτοπισμό τους στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το δεύτερο κατεδαφίστηκε κατά την δεκαετία του ’60 για να ανεγερθεί η Λέσχη Αξιωματικών.
[7] Η αστυνομία Καστοριάς στεγαζόταν στο τέλος της Τουρκοκρατίας σε ισόγειο οθωμανικό κτίσμα της οδού Μητροπόλεως μετά τη συμβολή της με την οδό Κελέτρου. Στη συνέχεια ο σταθμός χωροφυλακής μεταφέρθηκε λίγο πιο πάνω στον ίδιο δρόμο, στην οικία Βίσκου. Η πέτρινη αυτή διπλοκατοικία κατεδαφίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Έκτοτε η υπηρεσία στεγάστηκε στην είσοδο της πόλης, στην πολυώροφη οικοδομή Αναστασιάδη στην οδό Γράμμου. Σήμερα, αναμένεται η ανέγερση ενός νέου αστυνομικού μεγάρου.
[8] Τα γεγονότα περιγράφονται λεπτομερώς στο: Καστορία, φ. 406 (11.1.1931) 1, 4
[9] Καστορία, φ. 407 (18.1.1931) 4
[10] Καστορία, φ. 407 (18.1.1931) 4
[11] Καστορία, φ. 407 (18.1.1931) 4
[12] Καστορία, φ. 407 (8.2.1931) 4
[13] Καστορία, φ. 410 (8.2.1931) 4, φ. 411 (15.2.1931) 1, φ. 412 (22.2.1931) 4

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο δεν θα δημοσιεύονται

Back to Top