Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2011

Η συμβολή των καστοριανών στους απελευθερωτικούς αγώνες μέχρι το 1870 (μέρος 1ο)


Οι πρώτες εξεγέρσεις    
Ο αυτοκράτορας Μανουήλ Β'
Παλαιολόγος (1350-1425)
      Ήδη από τα πρώτα χρόνια μετά την κατάκτηση της Μακεδονίας από τον τούρκο στρατηγό Γαζή Εβρέν και την οριστική εδραίωση της τουρκικής κυριαρχίας στα νότια Βαλκάνια με τη μάχη του Κοσσυφοπεδίου (1389), εμφανίζονται απεγνωσμένες εξεγέρσεις που έχουν πρόσκαιρα μόνο αποτελέσματα.  Προφανώς, οι ντόπιοι κάτοικοι της Μακεδονίας δεν μπορούσαν να δεχτούν  εύκολα την υποδούλωση και είχαν την πεποίθηση πως η παραπαίουσα βυζαντινή εξουσία θα έβρισκε το σθένος αντιμετώπισης του οθωμανικού κινδύνου, ίσως με τη συνδρομή της Δύσης. Ευνοϊκές συνθήκες για εξέγερση δόθηκαν μετά την πανωλεθρία του σουλτάνου Βαγιαζήτ Α’ από τα μογγολικά στρατεύματα του Ταμερλάνου στη μάχη της Άγκυρας (1402). Ο αυτοκράτορας Μανουήλ Β’ Παλαιολόγος επωφελούμενος την τουρκική ήττα, όπως και τις εμφύλιες διαμάχες των διαδόχων του Βαγιαζήτ, εκστρατεύει στη Μακεδονία και απελευθερώνει τη Θεσσαλονίκη και τα γύρω παράλια[1]. Η περιοχή της Καστοριάς και γενικότερα Δυτ. Μακεδονίας δεν περιλήφθηκε στις κατακτήσεις, αλλά πρέπει να θεωρούμε πολύ πιθανό το ξέσπασμα εξέγερσης εδώ, ενάντια στους Οθωμανούς. Επόμενη ευκαιρία για τους υπόδουλους δόθηκε κατά την σταυροφορία του Ούγγρου Λαδισλάβου Γ’ κατά των Τούρκων το 1444. Ο δεσπότης του Μοριά Κωνσταντίνος Παλαιολόγος εκστρατεύει βόρεια στη σημερινή Στερεά Ελλάδα, ενώ Βλάχοι της Πίνδου στην περιοχή μας επιτίθενται σε τούρκους Γιουρούκους[2]. Η ανταρσία των Χριστιανών διατηρήθηκε μέχρι την νέα ήττα των σταυροφόρων του Ι. Ουνυάδη το 1448. Έναυσμα για ακόμη μια επανάσταση αποτέλεσε η εκστρατεία του γάλλου βασιλιά Καρόλου Η’ το 1495 που τελικά ματαιώθηκε. Οι χριστιανοί της δυτικής κυρίως Μακεδονίας που είχαν εξεγερθεί αφέθηκαν στην τύχη τους και οι Οθωμανοί προέβησαν σε σκληρά αντίποινα[3].
     Τα πρώτα χρόνια, οι συνεχείς δολοφονίες και λεηλασίες των κατακτητών, σε συνδυασμό με τη βαρύτατη φορολογία, καθιστούν τη ζωή των υπόδουλων μαρτυρική. Για τον λόγο αυτό όποτε τους παρουσιαζόταν κάποιες ευνοϊκές συνθήκες ξεσπούσε εξέγερση, που τις περισσότερες φορές δεν είχε τα επιθυμητά αποτελέσματα και πνιγόταν στο αίμα. Αν και οι κατακτητές τις περισσότερες φορές έδειχναν μια στάση ανοχής απέναντι στο θρήσκευμα των υπόδουλων, σε μερικές περιπτώσεις παρατηρούνται πολυάριθμοι εξισλαμισμοί, όπως έγινε στην περιοχή των Γρεβενών και της Ανασέλιτσας. Μερικά από τα πρώτα γνωστά θύματα των τουρκικών ωμοτήτων από την Καστοριά αποτελούν οι ιερωμένοι Ιάκωβος, και οι μαθητές του Διονύσιος και Ιάκωβος που μαρτύρησαν το 1519, ο Μάρκος Μαρκούλης από την Κλεισούρα και ο Ναούμ (Νούλτσος) που απαγχονίστηκε μαζί με δύο ακόμη συγγενείς του το 1696[4]. Ακόμη, επαναστατικές δράσεις παρατηρούνται μετά την ήττα του οθωμανικού ναυτικού από τον συνασπισμένο στόλο των Δυτικών κατά τη ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571). Ο Αρχιεπίσκοπος Αχρίδας Ιωακείμ στέλνει υπομνήματα στη Δύση για βοήθεια και μεταξύ των συνυπογραφούντων είναι ο μητροπολίτης Καστοριάς Σωφρόνιος[5]. Οι Τούρκοι προβαίνουν σε αντίποινα, σκοτώνοντας χιλιάδες χριστιανούς στην περιοχή. Τότε, πιθανολογείται ότι καταστράφηκε ολοσχερώς η πόλη Σισάνιο, έδρα επισκοπής και μητρόπολης από την Μεσοβυζαντινή Εποχή. Ανάλογη προσπάθεια για επανάσταση των χριστιανών γίνεται την περίοδο 1603-1625 από τον γάλλο Δούκα Κάρολο Γονζάγα, που έληξε κι αυτή άδοξα[6].        

Κλέφτες και αρματολοί
Ο κοζανίτης αρματολός Π. Μεϊντάνης με καταγωγή
από το Πισοδέρι
     Οι αυθαιρεσίες και η πολιτική καταπίεσης εκ μέρους των Οθωμανών οδήγησε πολλούς χριστιανούς στην φυγή σε δυσπρόσιτους ορεινούς όγκους, όπου έλεγχαν σημαντικές ορεινές διαβάσεις ληστεύοντας εμπόρους και διαβάτες. Οι κλέφτες έκαναν πλιάτσικο πολλές φορές σε κατοικημένες περιοχές, ιδίως σε μουσουλμανικούς οικισμούς. Στον αντίποδα οι αρματολοί, που ήταν κι αυτοί συνήθως χριστιανοί, διορίζονταν από τούρκους ιεροδικαστές για την φύλαξη των διαβάσεων, ώστε να παρέχεται κάποια σχετική ασφάλεια στους ταξιδιώτες, και τον περιορισμό της δράσης των κλεφτών. Πολλές φορές οι δύο αυτές ιδιότητες συγχέονται καθώς πολλοί κλέφτες γινόταν αρματολοί και το αντίστροφο, ενώ συχνά οι αρματολοί δεν περιορίζονταν μόνο στον μισθό τους και προέβαιναν σε κλοπές. Ως πρώτος αρματολός αναφέρεται ο Καρα-Μιχάλης που έδρασε στην περιοχή του Ολύμπου στα τέλη του 15ου αι. Την περίοδο 1520-1566 υπάρχουν 7 αρματολίκια στην Μακεδονία: Ολύμπου, Μηλιάς, Βέροιας, Σερβίων, Ελασσόνας, Χασίων και Γρεβενών[7], τα οποία αργότερα μάλλον μειώθηκαν σε αριθμό. Η περιοχή της Καστοριάς ανήκε σε αυτό των Γρεβενών. Για τη δράση των αρματολών τους πρώτους δύο αιώνες δεν υπάρχουν στοιχεία έως τα τέλη του 17ου αι. οπότε εμφανίστηκε στην περιοχή ο κλεφταρματολός Μεϊντάνης από την Κοζάνη, που τελικώς θανατώθηκε μετά από προδοσία[8]. Το 1699 ορίζονται Τουρκαλβανοί μουσουλμάνοι αρματολοί, απόφαση που αναστέλλεται το 1708 με νέο φιρμάνι, καθώς αποδείχθηκαν ανίκανοι να πατάξουν τους κλέφτες της περιοχής και παράλληλα προέβαιναν και οι ίδιοι σε κλοπές[9]. Σημαντικοί αρματολοί που δημιουργήσαν τις φάρες τους και έδρασαν κατά τον 18ο αι. και τις αρχές του 19ου αι. στην ευρύτερη περιοχή είναι οι: Π. Ζήδρος, Τ. Λάζος, Π. Τσάρας, Γ. Ολύμπιος, Δ. Γούλας, Ν. Τσάρας στον Όλυμπο, Α. Βλαχάβας και Θ. Βλαχάβας στα Χάσια Όρη, Τόσκας, Νάκας, Γ. Πρίφτης, Γ. Ζιάκας, Γ. Ζιάκας και Θ. Ζιάκας στη Πίνδο και τα Γρεβενά[10]. Στον καζά της Καστοριάς έδρασαν κυρίως οι Ζακαίοι και οι Φαρμάκης, Βράκας και Ντόκος από την Βλάστη[11].  
    
Τουρκαλβανοί κλέφτες σε παλιά γκραβούρα
       Καθ’ όλη τη διάρκεια του 18ου αι. μαρτυρούνται από οθωμανικά ή εκκλησιαστικά έγγραφα επιδρομές κλεφτών (είτε χριστιανών είτε μουσουλμάνων) σε πολλές πόλεις και χωριά της Δυτικής Μακεδονίας. Ειδικά, την πόλη της Καστοριάς λεηλάτησαν Τουρκαλβανοί το 1756 και υπογράφηκε συμφωνητικό μεταξύ επιφανών χριστιανών της πόλης, μετά από πρωτοβουλία του μητροπολίτη, που προέβλεπε συντονισμό των ενεργειών για αποτελεσματικότερη άμυνα της πόλης: ‘’Συμφωνητικόν γενόμενον υπό του πανιερωτάτου ημών δεσπότου δι’ ου υποχρεούνται οι Καστοριείς να υποστηρίξωσι τα συμφέροντά των και να είμεθα πάντες συνεσφιγμένοι με τον δεσμόν τον άμαχον της αγάπης πάντοτε και ιδία κατά τον δυστυχή τούτον αιώνα μετά καθαρού συνειδότος και απονήρευτου καρδίας να ζήσωμεν και συμπολιτευθώμεν απαραβάτως ο εις υπέρ των πολλών αγωνιζόμενοι και οι πολλοί υπέρ του ενός αλλήλοις συνδεδεμένοι’’[12].  Όμως, οι πραγματικά καταστροφικές επιδρομές Τουρκαλβανών κλεφτών πραγματοποιήθηκαν την περίοδο 1770-1774, όταν ξέσπασε γενικός αναβρασμός στην υπόδουλη Ελλάδα. Αφετηρία αυτής της αναταραχής ήταν οι βλέψεις του ρώσου τσάρου Μ. Πέτρου και της Μ. Αικατερίνης στο Αιγαίο, που έληξε με τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο (1768-74) και τη συνθήκη Κιουτσούκ-Καϊναρτζή. Την περίοδο αυτή πραγματοποιήθηκε μια επανάσταση κυρίως στη Νότια Ελλάδα με την παρακίνηση των ρώσων αδελφών Ορλώφ και του σιατιστινού Γ. Παπαζώλη, που κατέληξε σε αποτυχία, γνωστή ως ‘’Ορλωφικά’’. Οι συνέπειες στον δυτικομακεδονικό χώρο ήταν ολέθριες, καθώς τουρκαλβανοί πλιατσικολόγοι, επωφελούμενοι την γενική αναταραχή,  βρήκαν την ευκαιρία να λεηλατήσουν και να καταστρέψουν εκ θεμελίων πολλά χωριά. Στον κώδικα της Μητρόπολης Καστοριάς εμφανίζονται πολλές ενθυμίσεις από τις αλλεπάλληλες επιδρομές τους το 1773 και το 1774[13]
Σωζόμενα ερείπια του άλλοτε πολυπληθούς Λιανοτοπίου,
στις πλαγιές του Γράμμου
         Ο αλβανός Μεχμέτ Πασάς της Σκόδρας προωθεί τις ληστρικές του ομάδες νότια, στην Ήπειρο και τη Δυτική Μακεδονία. Τα εύρωστα βλαχοχώρια του Γράμμου Λιανοτόπι, Γράμμουστα και Νικολίτσα, που τότε αριθμούσαν μερικές χιλιάδες κατοίκους, όπως και ο ‘’Νέος Μυστράς’’ της Τουρκοκρατίας η Μοσχόπολη, εξαφανίστηκαν κυριολεκτικά από τον χάρτη και οι κάτοικοί τους μετοίκησαν στο Μοναστήρι, την Καστοριά, τη Χρούπιστα, την Κλεισούρα, το Νυμφαίο, τη Σαμαρίνα, το Μεγάροβο, την Προσοτσάνη Δράμας και αλλού. Οι χριστιανοί κλέφτες επιδόθηκαν σε έναν αντάρτικο αγώνα ενάντια στα πολύ μεγαλύτερα στίφη Τουρκαλβανών, πετυχαίνοντας και κάποιες σημαντικές νίκες[14].

Η συμβολή της Εκκλησίας
Ο Οσιομάρτυρας Ιάκωβος από την Καστοριά, 
και οι μαθητές του Διονύσιος και Ιάκωβος
     Ο κλήρος κατά την μεγάλη περίοδο της υποδούλωσης προσπάθησε να προστατεύσει και να διατηρήσει πνεύμα αφύπνισης στους χριστιανούς. Είτε με την υποδαύλιση του απελευθερωτικού αγώνα, είτε με την λειτουργία ελληνικών σχολείων, είτε απλώς με τη διαπραγμάτευση των χριστιανικών δικαιωμάτων με την οθωμανική εξουσία. Οι μητροπολίτες της Καστοριάς κατείχαν πάντοτε πρωταρχικό ρόλο στην προστασία των υπόδουλων, όπως μαρτυρείται από σχετικά έγγραφα του Κώδικα της Μητρόπολης και άλλες ενθυμίσεις και γράμματα. Πλέον δραστήριος ο Μητροπολίτης Σωφρόνιος που συνυπέγραψε την έκκληση για βοήθεια στον βασιλιά Φίλιππο της Ισπανίας την εποχή της Ναυμαχίας στη Ναύπακτο. Ο Μητροπολίτης Ευθύμιος ήταν αυτός που συνάσπισε τους καστοριανούς μετά τις επιδρομές του 1756, ενώ ανάλογες ενέργειες έκανε και ο Νεόφυτος. Αλλά και απλοί κληρικοί και μοναχοί μαρτύρησαν ή βοήθησαν τον αγώνα μέσα από κηρύγματα και ίδρυση σχολείων. Πιο γνωστοί ο μοναχός Διονύσιος από την Κορησό, ο κληρικός Ιάκωβος που μαρτύρησε, ο μοναχός Νικάνορας και φυσικά ο κοσμοκαλόγερος Κοσμάς Αιτωλός, που πέρασε από την Καστοριά τρεις φορές. Για τους τιμώμενους στην Καστοριά αγίους θα αναφερθούμε σε επόμενη ανάρτηση. Ακόμη, τους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας λειτούργησαν ελληνικά κρυφά σχολεία στην Καστοριά και η πρώτη οργανωμένη Εκκλησιαστική Σχολή ιδρύθηκε στα παλιά κελιά της Παναγίας Μουζεβίκη[15]. Όλα τα παραπάνω αναιρούν με τον πιο απερίφραστο τρόπο τους ισχυρισμούς των οπαδών του ιστορικού αναθεωρητισμού, που εξαπλώνονται ραγδαία τις τελευταίες δεκαετίες, περί μη ύπαρξης κρυφών σχολείων και υποτίμησης της συμμετοχής του κλήρου στον αγώνα.       

πηγές εικόνων
αρχείο Vinkhuizen Collection
Συλλογικό, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΑ', Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1975
el.wikipedia.com (public domain)
panoramio.com

[1]  A. Vakalopoulos, Les limites byzantine depuis la fin du XIVe siècle jusqu’ a sa chute (1453), Byzantinische Zeitschrift 55 (1962), σ. 56-65
[2]  Α. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. 1, Ηρόδοτος, Θεσ/νίκη, 1999, σ. 239, 240
[3]  Κ. Παπαρρηγόπουλος, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. 5, σ. 176
[4]  Π. Τσαμίσης, Η Καστοριά και τα μνημεία της, τύποις Αλευρόπουλου, Αθήνα, 1949, σ. 29
[5]  Ι. Χασιώτης, Ο αρχιεπίσκοπος Αχρίδος Ιωακείμ και οι συνωμοτικές κινήσεις στην Βόρειο Ήπειρο (1572-1645), Μακεδονικά 6 (1964-65), ΕΜΣ, σ. 237-246
[6]  Σ. Παπαδόπουλος, Η κίνηση του δούκα του Νεβέρ Καρόλου Γονζάγα για την απελευθέρωση των βαλκανικών λαών (1603-1625), Θεσ/νίκη, 1966, σ. 134
[7]  Α. Κωστόπουλος, Η συμβολή της Δυτικής Μακεδονίας εις τους απελευθερωτικούς αγώνας του έθνους, Σύνδεσμος Γραμμάτων και Τεχνών Νομού Κοζάνης, Θεσ/νίκη, 1970, σ. 28
[8]  Ν. Κασομούλης, Ενθυμήματα στρατιωτικά της επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833, Βεργίνα, 2005, τ. 1, σ. 10
[9]  Ι. Βασδραβέλλης, Ιστορικά Αρχεία Μακεδονίας, τ. Β’, Αρχείον Βέροιας-Ναούσης, (1598-1886), ΕΜΣ,  Θεσ/νίκη, 1954, σ. 
[10]  Ν. Κασομούλης, Ενθυμήματα στρατιωτικά της επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833, Βεργίνα, 2005, τ. 1, σ. 10
[11]  Ι. Βασδραβέλλης, Αρματολοί και κλέφτες εις την Μακεδονία, ΕΜΣ, Θεσ/νίκη, 1948, σ. 27
[12]  Π. Τσαμίσης, Η Καστοριά και τα μνημεία της, τύποις Αλευρόπουλου, Αθήνα, 1949, σ. 32
[13]  ο.π, σ. 34
[14]  Α. Βακαλόπουλος, Ιστορία της Μακεδονίας 1354-1833, Βάνιας, Θεσ/νίκη, 1992, σ. 304-307
[15]  ο.π, σ. 71-78

3 σχόλια:

  1. Συγχαρητήρια θερμά στον διαχειριστή της παρούσας άκρως ενδιαφέρουσας ιστοσελίδας.
    Μια μικρή και ασήμαντη ίσως μπρος στο συνολικό κείμενο συμπλήρωση:
    Στο κάτω μέρος της εικόνας με το σχόλιο "Τουρκαλβανοί κλέφτες σε παλιά γκραβούρα", διαβάζουμε στην Γερμανική τα παρακάτω: "Montenegrinischer Schwertertanz", που στην Ελληνική σημαίνουν "ο χορός των σπαθιών από το Μαυροβούνιο".

    Συγχαρητήρια θερμά και πάλι.
    Με εκτίμηση,
    Ιωάννης Ζορπίδης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ευχαριστούμε θερμά για την επισήμανση

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. ...ή ίσως καλύτερα, για την αποφυγή παρανοήσεως, "ο εκ του Μαυροβουνίου χορός των σπαθιών".

    Ευχαριστώ
    Ι.Ζ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο δεν θα δημοσιεύονται

Back to Top