Παρασκευή, 1 Απριλίου 2011

Η σερβική και αλβανική κυριαρχία

    
Ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Γ'
Παλαιολόγος (1297-1341)
       Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία κατά τις αρχές του 14ου αι. περνούσε από ένα πρόσκαιρο μεταβατικό στάδιο, όπου οι Παλαιολόγοι Αυτοκράτορες προσπάθησαν αφ’ ενός να πετύχουν την αναδιοργάνωση του κράτους μετά την καταστροφική περίοδο της Λατινοκρατίας, αφ’ ετέρου να αντιμετωπίσουν τους νέους εχθρούς που εμφανίστηκαν, τους Σελτζούκους και Οθωμανούς Τούρκους στη Μ. Ασία και τους Σέρβους στα Βαλκάνια. Ικανότερος όλων ο Ανδρόνικος Γ’ Παλαιολόγος (1297-1341) που προέβη σε πολλές συρράξεις μέχρι την σύναψη συνθήκης με τους Τούρκους, ενώ αντιμετώπισε αποτελεσματικά τους ανεξάρτητους Δεσπότες της Ηπείρου και της Μεγάλης (ή Θεσσαλικής) Βλαχίας, χρησιμοποιώντας περισσότερο διπλωματικές μεθόδους. Εικάζεται ότι η Καστοριά για κάποιο διάστημα μέχρι το 1328 ανήκε στον Ιωάννη Β’ Δούκα, βάσει ενός εγγράφου των κρατικών αρχείων της Βενετίας[1], και αργότερα στον Στέφανο Γαβριηλόπουλο[2], αμφότεροι δεσπότες της Μεγάλης Βλαχίας που εκτεινόταν κυρίως στη Θεσσαλία. Όμως, η ηγεμονία αυτή είχε ταχθεί νωρίτερα υποτελής του Βυζαντινού Κράτους και παρέμενε τυπικά αυτόνομη. Η υποτέλεια αυτή διαπιστώνεται από την αρκετά προγενέστερη κτητορική επιγραφή της μονής των Παμ. Ταξιαρχών Τσούκας, όπου αναφέρονται οι αυτοκράτορες Παλαιολόγοι, και από την ειρηνική παράδοση της πόλης στα στρατεύματα του Ανδρόνικου Γ’ Παλαιολόγου από τον Ιωάννη Άγγελο[3]. Ο αυτοκράτορας ενίσχυσε τα τείχη της Καστοριάς με πύργο στην κεντρική πύλη[4], ανάμεσα στα γενικότερα οχυρωματικά έργα των βυζαντινών πόλεων της Μακεδονίας. Έπειτα, στράφηκε δυτικά προς τις εξεγερμένες ομάδες Αλβανών και τους φιλολατίνους δεσπότες της Ηπείρου, που παραδόθηκαν αναίμακτα περί το 1340.
         Το διάστημα 1328-34 στρατιωτικός διοικητής της Καστοριάς φαίνεται να είναι ο Γ. Λυζικός[5], ο οποίος ανέλαβε ηρωικά την αντίσταση της πόλης απέναντι στον σέρβικο στρατό του Στέφανου IV Ούρεση Δουσάν. Η πρώτη εμφάνιση των Σέρβων στα βόρεια εδάφη της αυτοκρατορίας έγινε το 1299 από τον Στέφανο Ούρεση ΙΙ Μιλουτίν, χωρίς βέβαια να επηρεάσει την περιοχή της Καστοριάς. Το 1334 όμως η πόλη καταλήφθηκε από τον Δουσάν, ο οποίος συνεπικουρούμενος από τον αυτόμολο βυζαντινό ευγενή Συργιάννη κατεύθυνε πολυάριθμα σέρβικα και αλβανικά στρατεύματα που εισέβαλαν στη Μακεδονία. Η πρώτη σέρβικη κατάκτηση της πόλης διήρκεσε μερικούς μήνες μέχρι την σύναψη ειρήνης στις 26 Αυγούστου 1334 και την επιστροφή των εδαφών στους Βυζαντινούς[6] [7]. Το 1341 πεθαίνει ο Ανδρόνικος Γ’ Παλαιολόγος και ξεσπά εμφύλια διαμάχη για τη διαδοχή μεταξύ της συζύγου του Άννα της Σαβοΐας (που υποστήριζε τα δικαιώματα του ανήλικου Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγου) και του Ιωάννη ΣΤ’ Καντακουζηνού. 
Ο σέρβος ηγεμόνας Στέφανος Δουσάν (1308-1355)
με τη γυναίκα του Έλενα σε τοιχογραφία
της μονής του Λέσνοβο, στα σημερινά Σκόπια
         Οι Σέρβοι επωφελούμενοι την αναταραχή και καταλύοντας την συνθήκη ειρήνης με τους Βυζαντινούς, εισβάλλουν προξενώντας τεράστιες καταστροφές στην ελληνική χερσόνησο. Η ακριβής ημερομηνία κατάκτησης δεν είναι γνωστή. Οι περισσότεροι ερευνητές θεωρούν πως συντελέστηκε το 1345, ενώ ο σέρβος M. Dinic υποστήριξε το διάστημα 1342-43[8], που μοιάζει και το πιθανότερο[9]. Ο Στέφανος Δουσάν στέφθηκε στα Σκόπια και ανακήρυξε τον εαυτό του ‘’βασιλέα και αυτοκράτορα Σερβίας και Ρωμανίας’’, ίσως για να προσδώσει περισσότερη αίγλη και να νομιμοποιήσει την κατοχή εδαφών με ελληνικούς πληθυσμούς κατά κύριο λόγο. Δημεύει πολλά εκκλησιαστικά κτήματα και τα δίνει στους στρατιώτες του για να ενθαρρύνει την άμυνα απέναντι στον βυζαντινό αυτοκρατορικό στρατό. Το κράτος του πλέον καταλαμβάνει πολύ μεγάλη έκταση και εκτείνεται από τον Δούναβη έως τον Κορινθιακό κόλπο, με εξαίρεση την άμεση ζώνη της Θεσσαλονίκης και ίσως την Χαλκιδική και την Χριστούπολη (Καβάλα). Η κατάληψη των Σέρβων αναγνωρίζεται με συνθήκη το 1350 και  η διοίκησή του νοτίου τμήματος του κράτους περιέρχεται στον ίδιο Δουσάν[10], μέχρι τον θανατό του το 1355, ενώ στην ουσία χάνεται μια για πάντα η Μακεδονία από το Βυζαντινό Κράτος.

Η στέψη του Τσάρου Στέφανου Δουσάν. Πίνακας του σέρβου ζωγράφου
P. Jovanovic (1900)
Ο ηγεμόνας Μάρκο Κράλη (1335-1395) σε
τοιχογραφία της μονής Αγ. Μάρκου στα Σκόπια
       Μετά τον θάνατο του Στέφανου Δουσάν ξεσπούν συνεχώς επαναστάσεις σέρβων ηγεμονίσκων εναντίον του νόμιμου διαδόχου Στέφανου Ούρεση V. Μεταξύ τους ο Βουκασίν, που τελικά αναδείχθηκε ως συγκυβερνήτης, και ο Συμεών Ούρεσης Παλαιολόγος, αδερφός του Δουσάν, που ανακήρυξε τον εαυτό του ανεξάρτητο ‘’Δεσπότη Ηπείρου, Ακαρνανιας και Αιτωλίας’[11], ανασυντάσσοντας ουσιαστικά το Δεσποτάτο της Ηπείρου που είχε καταλυθεί από τους Σέρβους. Στα χέρια του Συμεών περνά η Καστοριά το 1356 μετά την εκδίωξη του από τον Νικηφόρο Β’, διάδοχο της δυναστείας Ορσίνι της Ηπείρου.  Στο Χρονικό των Ιωαννίνων αναφέρεται: ‘’..τον ίδιον γαμβρόν Συμεών της αρχής εκβαλών του δεσποτάτου, εις Καστορίαν εκπέμπει τούτον μετά και της βασιλίσσης Θωμαΐδος. Ο Συμεών εν Καστορία γενόμενος, και ταύτην ειληφώς παραυτίκα και φρούρια τινά και πόλεις και χώρας πλείστας, εν τη Καστορία την οίκησιν εποιήσατο’’.[12] Ο Συμεών στην Καστοριά συγκεντρώνει στρατό και εκστρατεύει ενάντια στην κεντρική σερβική εξουσία, ενώ όταν πεθαίνει ο Νικηφόρος Β’ καταλαμβάνει εκ νέου τα εδάφη της Ηπείρου και της Θεσσαλίας. Το όνομα του Συμεών σώζεται στην επιγραφή ανακαίνισης και αγιογράφησης του ναού των Ταξιαρχών της Μητρόπολης[13]. Άλλος ένας σέρβος ηγεμόνας, ο Ράδοσλαβ Χλάπεν που κατείχε την περιοχή της Έδεσσας, επιτέθηκε κατά του Συμεών το 1359 και η διαμάχη έληξε με την παραχώρηση μερικών εδαφών, μεταξύ των οποίων η Καστοριά. Ένα έγγραφο για τη Μονή Μεσονησιώτισσας μας πληροφορεί την κατοχή της από τον Ράδοσλαβ Χλάπεν. Η μονή αυτή ταυτίστηκε από τους περισσότερους ερευνητές με την Παναγία Μαυριώτισσα της Καστοριάς, με εξαίρεση κάποιες πρόσφατες έρευνες που την τοποθετούν στην Έδεσσα[14] [15]. Η κόρη του Χλάπεν Έλενα παντρεύτηκε τον γιο του σέρβου κράλη Βουκασίν, πρίγκιπα Μάρκο, γνωστό ως Μάρκο Κράλιεβιτς ή Κράλη, που αποτέλεσε τον τελευταίο σέρβο κυρίαρχο της Καστοριάς. Ο Μάρκο Κράλη είναι περισσότερο γνωστός από τις δημώδεις παραδόσεις του σέρβικου λαού, αλλά στην ουσία ήταν ένας ηγεμονίσκος με πολύ μικρή περιοχή γύρω από το Περλέπε, την Αχρίδα, την Έδεσσα και την Καστοριά. Το μεγάλο Σέρβικο Κράτος είχε διασπαστεί σε πολλά μικρά κρατίδια-ηγεμονίες τα οποία δεν μπόρεσαν να αντισταθούν στις ομάδες των οθωμανών γαζήδων που λεηλατούσαν την Βαλκανική ήδη μετά τη μάχη της Μαρίτσας (Αδριανούπολης) το 1371. Ο Μάρκο Κράλη δήλωσε την υποταγή του στον Σουλτάνο και σκοτώθηκε στο πλευρό των Τούρκων κατά την προέλασή τους στη Μολδοβλαχία[16]. Γενικά, για την σέρβικη κατακτησή στον ελλαδικό χώρο έχουν κάνει έρευνες οι A. Soloviev[17], οι K. Jirecek - J. Radonic[18], G. Ostrogorsky[19] [20], Γ. Σούλης[21] και Α. Βακαλόπουλος[22], και συγκεκριμένα για την Καστοριά την περίοδο εκείνη η Ε. Δρακοπούλου[23].

Σέρβικος χάρτης του κράτους του Δουσάν το 1350 περίπου. Εκτεινόταν από τον Δούναβη ως τον
Κορινθιακό Κόλπο, χωρίς την Θεσσαλονίκη, κάποιες βενέτικες κτήσεις στο Ιόνιο, τμήματα της Χαλκιδικής και ίσως την Καβάλα.

Το οικόσημο της οικογένειας Μουζάκη
και έμβλημα του Πριγκηπάτου του Βερατίου
             Κάτω υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες η περιοχή περιήλθε στην εξουσία των Αλβανών ηγεμόνων. Έχει αναφερθεί πως οι Τούρκοι πήραν την Καστοριά από τον Στρασιμίρ Μπάλσιτς, κόμη της Ζέτας[24], μαζί με το Βεράτι[25]. Όμως, αυτό δεν μπορεί να ισχύει καθώς ο Στρασιμίρ πέθανε το 1373, ενώ οι Οθωμανοί κατέκτησαν την Καστοριά το 1385. Οι περισσότεροι ερευνητές δέχονται την κυριαρχία του αλβανικού οίκου Μουζάκη στην πόλη με προεξάρχοντα τον Ανδρέα Β’ Μουζάκη (1337-1378), άρχοντα του Βερατίου (Βελεγράδων). Ο τρόπος παράδοσης πρέπει να έγινε αναίμακτα, όπως αναφέρει ο ιστορικός της Τουρκοκρατίας Μ. Orbini, στα πλαίσια επιγαμιών[26] και όχι μετά από κατάκτηση, όπως υποστηρίζει ο αλβανός G. Musachi στο πολύ μεγάλης αναξιοπιστίας χρονικό του[27]. Ίσως, στη συνέχεια ο Μάρκο Κράλη επιδίωξε να ανακαταλάβει την πόλη με τη βοήθεια των Τούρκων, αλλά απέτυχε, καθώς ο οίκος Μπάλσιτς της Ζέτας πρόσφερε βοήθειά στους αλβανούς άρχοντες[28]. Στη συνέχεια η πόλη πέρασε στα χέρια του γιου του, Στώια. Τα ονόματα των αδερφών Θεοδώρου και Στώια Μουζάκη σώζονται στην κτητορική επιγραφή του Αγ. Αθανασίου[29] (που έχει πάρει το προσωνύμιο Μουζάκη). Η περίοδος της Αλβανοκρατίας πρέπει να διήρκεσε περίπου 12-13 χρόνια, μέχρι την κατάληψη από τους Οθωμανούς, αλλά σε όλο αυτό το διάστημα ελάμβαναν χώρα επιδρομές των άτακτων τυχοδιωκτών Τούρκων.    

Η κτητορική επιγραφή του Αγ. Αθανασίου Μουζάκη στην Καστοριά,
όπου περιέχονται τα ονόματα των αδερφών Μουζάκη


πηγές εικόνων
Συλλογικό, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΑ', Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1975
Ε. Δρακοπούλου, Η πόλη της Καστοριάς τη Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή Εποχή (12ος -16ος αι.), Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία, Αθήνα, 1997
en.wikipedia.org (public domain)


[1] Acta Albaniae Veneta : Acta Albaniae Veneta saeculorum XIV et XV, 1,1, Palermo, 1967, σ. 12-13
[2]  G. Tafel - G .Thomas, Urkunden zur alteren Handels und Staatsgeschichte der Republik Venedig IAmsterdam, 1964, σ. 498
[3]  Ιωάννης Καντακουζηνός, τ. Ι, L. Schopen (CSHB), Bonh, 1828, σ. 274
[4]  Π. Τσολάκης, Η αρχιτεκτονική της παλιάς Καστοριάς, Επίκεντρο, Θεσ/νίκη, 2009, σ. 126
[5]  Ιωάννης Καντακουζηνός, τ. IV,L. Schopen (CSHB), Bohn, 1828, σ. 161
[6]  ο.π, τ. Ι, σ. 457
[7]  Γρηγοράς, τ. I,L. Schopen, Bonn, 1829-30, σ. 501
[8]  M. Dinic, Pour la chronologie des conquetes des villes byzantines par l'empereur Dusan, ZR 4(1956), σ. 4-6
[9]  Ε. Δρακοπούλου, Η σερβική παρουσία στην Καστοριά τις παραμονές της τουρκικής κατάκτησης, Πρακτικά Συνεδρίου Βυζάντιο και Σερβία κατά τον ΙΔ' αιώνα, ΙΒΕ, Διεθνή Συμπόσια 3, Αθήνα, 1996, σ. 89-97
[10]  Γρηγοράς, τ. ΙI, L. Schopen, Bonn, 1829-30, σ. 746, 747
[11]  Ιωάννης Καντακουζηνός, τ. ΙΙΙ, L. Schopen (CSHB), Bonh, 1828, σ. 314
[12]  Λ. Βρανούσης, Το Χρονικόν των Ιωαννίνων κατ' ανέκδοτον δημώδη επιτομήν, Επετηρίς Μεσαιωνικού Αρχείου 12 (1962), Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα,  σ. 75, 76
[13]  Ε. Δρακοπούλου, Η πόλη της Καστοριάς τη Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή Εποχή (12ος -16ος αι.), Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία, Αθήνα, 1997, σ. 93-95
[14]  G. Subotic, Manastir Bogorodice Mesonisiotise, ZR 26 (1987), σ. 125-171
[15]  Ε. Δρακοπούλου, Η πόλη της Καστοριάς τη Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή Εποχή (12ος -16ος αι.), Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία, Αθήνα, 1997, σ. 63, 64
[16]  Α. Βακαλόπουλος, Ιστορία της Μακεδονίας 1354-1833, Βάνιας, Θεσ/νίκη, 1992,σ. 45
[17]  A. Soloviev, Οι Έλληνες άρχοντες στο σερβικό κράτος (ρώσικα), Byz- sl 2 (1930), σ. 275-287
[18]  K. Jirecek - J. Radonic, Geschichte der Serben, τ. 1, Beograd, 1922-23
[19]  G. Ostrogorsky, Το σερβικό κράτος των Σερρών μετά τον θάνατο του Δουσάν (σέρβικα), Βελιγράδι, 1965
[20]  G. Ostrogorsky, History of the Byzantine State, vol. III, Oxford, 1956
[21]  G. Soules, The Serbs and Byzantium during the reign of Emperor Stephen Dusan (1331-1355) and his successors, Cambridge, 1958
[22]  Α. Βακαλόπουλος, Ιστορία της Μακεδονίας 1354-1833, Βάνιας, Θεσ/νίκη, 1992
[23]  Ε. Δρακοπούλου, Η σερβική παρουσία στην Καστοριά τις παραμονές της τουρκικής κατάκτησης, Πρακτικά Συνεδρίου Βυζάντιο και Σερβία κατά τον ΙΔ' αιώνα, ΙΒΕ, Διεθνή Συμπόσια 3, Αθήνα, 1996, σ. 89-97
[24]  Το πριγκιπάτο της Ζέτας ήταν ένα από τα σερβικά κρατίδια που εκτεινόταν στην περιοχή της βόρειας Αλβανίας και του Μαυροβουνίου, γύρω απο τη λίμνη Σκόδρα
[25]  E. de Muralt, Essai de chronographie byzantine pour servir à l'examen des annales du bas-empire et particulièremant des chronographes slavons, τ. 2, St. Petersburg, 1871, σ. 727
[26]  M. Orbini, Il regno dei Slavi, Pesaro, 1601, σ. 290
[27]  Prosopographisches Lexicon der Paleologenzeit, αρ. 19425
[28]  M. Orbini, Il regno dei Slavi, Pesaro, 1601, σ. 290
[29]  Ε. Δρακοπούλου, Η πόλη της Καστοριάς τη Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή Εποχή (12ος -16ος αι.), Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία, Αθήνα, 1997, σ. 95-97

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια με υβριστικό ή προσβλητικό περιεχόμενο δεν θα δημοσιεύονται

Back to Top